Ο αγώνας ξεκίνησε στις 4 μ.μ., με υγρές συνθήκες, και έγινε γρήγορα εμφανές ότι τα Goodyear ταίριαζαν περισσότερο σε αυτόν τον καιρό απ' ό,τι τα Firestone. Δύο από τα αυτοκίνητα του Shelby –το #1 των Ken Miles/Denny Hulme και το #3 των Dan Gurney/Jerry Grant– δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα με τα ελαστικά Goodyear, αλλά ο McLaren έχανε κομμάτια πέλματος στη Mulsanne με ταχύτητες πάνω από 338 kmh.
Όταν μπήκε στα πιτ για να αλλάξει με τον Amon στις 5:33 μ.μ., αναζήτησε τον αντιπρόσωπο της Firestone και διαπραγματεύτηκε μια αλλαγή σε Goodyear. Το #2 αυτοκίνητο έχασε χρόνο στη διαδικασία, συμβάλλοντας στην καθυστέρηση που θα έσβηνε μόνο το επόμενο απόγευμα, όταν ο Miles στο αυτοκίνητο #1 θα επιβράδυνε για να δώσει την ευκαιρία στον McLaren να τον προλάβει για τον αμφιλεγόμενο τερματισμό.
Καθώς ο Amon ετοιμαζόταν να βγει από τα πιτ, ο McLaren του είπε να τρέξει σαν τον διάβολο “Go like hell”, μια φράση που έγινε ο τίτλος του μπεστ σέλλερ του A.J. Baime, στο οποίο περιγράφεται με λεπτομέρειες η αντιπαλότητα Ford και Ferrari στο Le Mans, τη δεκαετία του 1960.
Καθώς έφτανε 4 μ.μ. την επόμενη ημέρα, οι Ford #2, #1 και #5 που είχαν επιζήσει – η τελευταία ήταν το αυτοκίνητο των Ronnie Bucknum και Dick Hutcherson που οδηγούσαν οι Holman & Moody – μπήκαν στη σειρά για τον τερματισμό.
Η τεχνητά δημιουργημένη ισοπαλία μεταξύ των δύο αυτοκινήτων του Shelby συζητιέται ακόμα και σήμερα, αλλά η ιστορία έγραψε ότι η νίκη δόθηκε στους McLaren και Amon, επειδή ξεκίνησαν από μεγαλύτερη απόσταση πίσω και, επομένως, είχαν διανύσει μεγαλύτερη απόσταση στον ίδιο χρόνο. Αν όμως δεν είχαν αλλάξει εγκαίρως σε ελαστικά Goodyear, δεν θα ήταν καν στο βάθρο.